Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'arrêt
01
στάση, σταθμός
lieu où un véhicule s'arrête pour prendre ou déposer des passagers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arrêts
Παραδείγματα
L'arrêt de bus est juste devant le parc.
Η στάση του λεωφορείου είναι ακριβώς μπροστά από το πάρκο.
02
στάση, παύση
action de cesser un mouvement ou une activité, ou moment de pause
Παραδείγματα
L'arrêt du train a surpris les passagers.
Η στάση του τρένου εξέπληξε τους επιβάτες.



























