l'arrêt
arrêt
aʁɛ:
are
marais

Ορισμός και σημασία του "arrêt"στα γαλλικά

01

στάση, σταθμός

lieu un véhicule s'arrête pour prendre ou déposer des passagers 
l'arrêt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arrêts
Παραδείγματα
L'arrêt de bus est juste devant le parc. 

Η στάση του λεωφορείου είναι ακριβώς μπροστά από το πάρκο.

02

στάση, παύση

action de cesser un mouvement ou une activité, ou moment de pause 
l'arrêt definition and meaning
Παραδείγματα
L'arrêt du train a surpris les passagers. 

Η στάση του τρένου εξέπληξε τους επιβάτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store