arriver
arriver
aʁive
arive
arrimer

Ορισμός και σημασία του "arriver"στα γαλλικά

arriver
01

φτάνω, καταφθάνω

atteindre un lieu ou un moment précis 
arriver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
arrive
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
arrivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
arriverai
ενεστώτα μετοχή
arrivant
παθητική μετοχή
arrivé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
arrivions
Παραδείγματα
Je suis arrivé à la gare à l'heure. 

Έφτασα στο σταθμό εγκαίρως.

02

συμβαίνει, συμβαίνει

se produire ou avoir lieu 
arriver definition and meaning
Παραδείγματα
Que va-t-il arriver demain ? 

Τι θα συμβεί αύριο;

03

επιτυγχάνω, κατορθώνω

réussir à accomplir quelque chose ou atteindre un objectif 
Παραδείγματα
Elle a finalement réussi à arriver à terminer son projet. 

Τελικά κατάφερε να φτάσει στο σημείο να ολοκληρώσει το έργο της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store