Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arracher
01
ξεριζώνω, βγάζω με δύναμη
retirer quelque chose en le tirant avec force, souvent depuis sa base ou son origine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
arrache
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
arracons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
arracherai
ενεστώτα μετοχή
arrachant
παθητική μετοχή
arraché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
arracons
Παραδείγματα
Ils ont arraché les mauvaises herbes du jardin.
Ξερίζωσαν τα ζιζάνια από τον κήπο.
02
ξεριζώνω, αφαιρώ
retirer une dent de sa place dans la bouche , souvent par un dentiste
Παραδείγματα
Le dentiste a arraché une dent cariée.
Ο οδοντίατρος έβγαλε ένα σάπιο δόντι.



























