Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'apéritif
[gender: masculine]
01
απεριτίφ, ποτό για την όρεξη
boisson alcoolisée ou non consommée avant le repas pour stimuler l'appétit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
apéritifs
Παραδείγματα
En Italie, l' apéritif est une véritable institution sociale.
Στην Ιταλία, το απεριτίφ είναι μια πραγματική κοινωνική θεσμική οντότητα.



























