Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apte
01
ικανός, αρμόδιος
qui possède les compétences ou qualités nécessaires
Παραδείγματα
Elle est apte pour le poste de responsable marketing.
Είναι κατάλληλη για τη θέση του υπεύθυνου μάρκετινγκ.
02
κατάλληλος, ικανός
qui est en bonne condition pour réaliser une activité particulière
Παραδείγματα
Il est apte pour participer à la compétition.
Είναι κατάλληλος να συμμετάσχει στον διαγωνισμό.



























