apte
apte
apt
απτ
aphte

Ορισμός και σημασία του "apte"στα γαλλικά

01

ικανός, αρμόδιος

qui possède les compétences ou qualités nécessaires 
apte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus apte
συγκριτικός βαθμός
plus apte
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apte
αρσενικό πληθυντικό
aptes
θηλυκό ενικό
apte
θηλυκό πληθυντικό
aptes
θεματικό πεδίο
compétence, qualité, capacité
Παραδείγματα
Elle est apte à diriger l'équipe. 

Είναι ικανή να ηγηθεί της ομάδας.

02

κατάλληλος, ικανός

qui est en bonne condition pour réaliser une activité particulière 
Παραδείγματα
Il est apte pour le service militaire. 

Είναι κατάλληλος για τη στρατιωτική θητεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store