Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aptitude
[gender: feminine]
01
ικανότητα, τάλαντο
capacité ou talent naturel pour faire quelque chose
Παραδείγματα
L' aptitude artistique est un atout dans ce métier.
Η καλλιτεχνική ικανότητα είναι ένα πλεονέκτημα σε αυτό το επάγγελμα.
02
καταλληλότητα, ικανότητα
état ou condition permettant de réaliser une activité
Παραδείγματα
L' aptitude à nager est indispensable pour ce métier.
Η ικανότητα κολύμβησης είναι απαραίτητη για αυτή τη δουλειά.
03
ικανότητα, επάρκεια
capacité ou qualité qui rend quelqu'un compétent pour un rôle ou une fonction
Παραδείγματα
Elle a prouvé son aptitude à gérer des projets complexes.
Απέδειξε την ικανότητά της στη διαχείριση σύνθετων έργων.



























