Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
approuver
01
εγκρίνω, επικυρώνω
dire que l'on est d'accord avec une idée, une action ou une décision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
approuve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
approuvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
approuverai
ενεστώτα μετοχή
approuvant
παθητική μετοχή
approuvé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
approuvions
Παραδείγματα
Les parents ont finalement approuvé le mariage.
Οι γονείς τελικά εγκρίνουν τον γάμο.



























