Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apprendre
01
μαθαίνω, μελετώ
acquérir des connaissances ou des compétences par l'étude ou l'expérience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
apprends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
apprenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
apprendrai
ενεστώτα μετοχή
apprenant
παθητική μετοχή
appris
α΄ πληθυντικό παρατατικού
apprenions
Παραδείγματα
J'apprends le français depuis un an.
Μαθαίνω γαλλικά εδώ και ένα χρόνο.
02
διδάσκω, εκπαιδεύω
transmettre des connaissances ou des compétences à quelqu'un
Παραδείγματα
Ma mère m'a appris à cuisiner.
Η μητέρα μου μου έμαθε να μαγειρεύω.
03
ενημερώνω, αφηγούμαι
faire connaître une information à quelqu'un, lui annoncer une nouvelle
Παραδείγματα
Je lui ai appris la vérité.
Του δίδαξα την αλήθεια.
04
μαθαίνω, ακούω
recevoir une information, être informé de quelque chose
Παραδείγματα
J'ai appris son départ par un collègue.
Έμαθα για την αναχώρησή του από έναν συνάδελφο.



























