Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appliquer
01
εφαρμόζω, βάζω
mettre une chose sur une autre, en la posant ou en l'étalant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
applique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
appliquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
appliquerai
ενεστώτα μετοχή
appliquant
παθητική μετοχή
appliqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
appliquions
Παραδείγματα
On applique la colle sur le papier.
Εφαρμόζουμε την κόλλα στο χαρτί.
02
εφαρμόζω
faire fonctionner une règle, une méthode ou une décision
Παραδείγματα
Ce règlement s' applique à tous les employés.
Ο κανονισμός αυτός ισχύει για όλους τους υπαλλήλους.



























