appliquer
app
ap
ap
li
li
quer
ke
ke
appliqué

Ορισμός και σημασία του "appliquer"στα γαλλικά

appliquer
01

εφαρμόζω, βάζω

mettre une chose sur une autre, en la posant ou en l'étalant 
appliquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
applique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
appliquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
appliquerai
ενεστώτα μετοχή
appliquant
παθητική μετοχή
appliqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
appliquions
Παραδείγματα
Elle applique une crème sur son visage. 

Αυτή εφαρμόζει μια κρέμα στο πρόσωπό της.

02

εφαρμόζω

faire fonctionner une règle, une méthode ou une décision 
appliquer definition and meaning
Παραδείγματα
Il faut appliquer les règles de sécurité. 

Πρέπει να εφαρμόσουμε τους κανόνες ασφαλείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store