Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appliquer
01
εφαρμόζω, βάζω
mettre une chose sur une autre, en la posant ou en l'étalant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
applique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
appliquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
appliquerai
ενεστώτα μετοχή
appliquant
παθητική μετοχή
appliqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
appliquions
Παραδείγματα
Elle applique une crème sur son visage.
Αυτή εφαρμόζει μια κρέμα στο πρόσωπό της.
02
εφαρμόζω
faire fonctionner une règle, une méthode ou une décision
Παραδείγματα
Il faut appliquer les règles de sécurité.
Πρέπει να εφαρμόσουμε τους κανόνες ασφαλείας.



























