Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'appendice
01
σκωληκοειδής απόφυση, απόφυση του τυφλού εντέρου
petit organe situé au début du gros intestin
Παραδείγματα
L' appendice n' a pas un rôle essentiel chez l' être humain.
Το απόφυση δεν έχει ουσιαστικό ρόλο στον ανθρώπινο οργανισμό.
02
παράρτημα, προσθήκη
partie ajoutée à la fin d'un livre ou d'un document pour apporter des informations supplémentaires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
appendices
Παραδείγματα
Cet appendice aide les étudiantes et les étudiants à mieux comprendre le thème.
Αυτό το παράρτημα βοηθά τους φοιτητές να κατανοήσουν καλύτερα το θέμα.



























