Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'application
01
εφαρμογή
programme informatique conçu pour effectuer une tâche spécifique sur un ordinateur ou un téléphone
Παραδείγματα
Les développeurs créent des applications pour améliorer la productivité.
Οι προγραμματιστές δημιουργούν εφαρμογές για να βελτιώσουν την παραγωγικότητα.
02
εγκατάσταση
action d'installer ou de mettre en place un logiciel, un outil ou un système
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
applications
Παραδείγματα
L' application de l' outil sur la machine est simple.
Η εφαρμογή του εργαλείου στη μηχανή είναι απλή.
03
εφαρμογή, εφαρμογή
action de mettre en pratique ou d'exécuter une règle, une loi ou une méthode
Παραδείγματα
L' application de ce plan nécessite une bonne organisation.
Η εφαρμογή αυτού του σχεδίου απαιτεί καλή οργάνωση.
04
επιμέλεια, προσοχή
soin, attention et rigueur dans l'exécution d'une tâche
Παραδείγματα
Son application dans l' apprentissage des langues est remarquable.
Η επιμέλειά της στην εκμάθηση γλωσσών είναι αξιοσημείωτη.
Les applications
01
χρησιμότητα, αποτελεσματικότητα
utilité ou efficacité d'un procédé, d'un outil ou d'une méthode
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
applications
Παραδείγματα
Les applications pratiques de ce système facilitent le travail quotidien.
Οι πρακτικές εφαρμογές αυτού του συστήματος διευκολύνουν την καθημερινή εργασία.



























