Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
annuler
01
ακυρώνω, αναιρώ
décider qu'une action, un événement ou un accord n'aura pas lieu ou n'est plus valable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
annule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
annulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
annulerai
ενεστώτα μετοχή
annulant
παθητική μετοχή
annulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
annulions
Παραδείγματα
Il a annulé son billet d' avion hier soir.
Ακύρωσε το εισιτήριο αεροπλάνου του χθες το βράδυ.



























