Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'antenne
01
κέρατο, αισθητήριο κέρατο
organe sensoriel long et fin situé sur la tête des insectes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
antennes
Παραδείγματα
L'insecte bouge ses antennes pour explorer son environnement.
Το έντομο κινεί τις κεραίες του για να εξερευνήσει το περιβάλλον του.
02
κεραία, κεραία
dispositif qui capte ou émet des signaux radio ou télé
Παραδείγματα
L'antenne de la télé ne reçoit pas bien le signal.
Η κεραία της τηλεόρασης δεν λαμβάνει καλά το σήμα.
03
πύργος, κεραία
structure élevée servant à émettre ou recevoir des signaux radio, télévision ou télécommunications
Παραδείγματα
L'antenne est installée au sommet de la colline.
Η κεραία είναι εγκατεστημένη στην κορυφή του λόφου.



























