l'année
anné
an
an
e
e
e
apnée

Ορισμός και σημασία του "année"στα γαλλικά

01

χρόνος, οικονομικό έτος

période de douze  mois qui commence le 1er janvier et se termine le 31 décembre 
l'année definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
années
Παραδείγματα
L'année commence en janvier. 

Ο χρόνος ξεκινά τον Ιανουάριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store