Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
animer
01
οδηγώ, ηγούμαι
faire fonctionner, encadrer ou rendre actif un groupe ou une action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
anime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
animons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
animerai
ενεστώτα μετοχή
animant
παθητική μετοχή
animé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
animions
Παραδείγματα
Il anime une émission de radio chaque matin.
Παρουσιάζει μια ραδιοφωνική εκπομπή κάθε πρωί.
02
ζωντανεύω, αναζωογονούμαι
se mettre en mouvement, devenir animé ou vivant après un moment de calme
Παραδείγματα
La rue s'anime dès que les magasins ouvrent.
Ο δρόμος ζωντανεύει μόλις ανοίγουν τα καταστήματα.



























