animer
Pronunciation
/anime/

Ορισμός και σημασία του "animer"στα γαλλικά

animer
01

οδηγώ, ηγούμαι

faire fonctionner, encadrer ou rendre actif un groupe ou une action
animer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
anime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
animons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
animerai
ενεστώτα μετοχή
animant
παθητική μετοχή
animé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
animions
Παραδείγματα
Le professeur anime le débat entre les élèves.
Ο δάσκαλος διευθύνει τη συζήτηση μεταξύ των μαθητών.
02

ζωντανεύω, αναζωογονούμαι

se mettre en mouvement, devenir animé ou vivant après un moment de calme
animer definition and meaning
Παραδείγματα
Dès qu' il parle de musique, il s' anime.
Μόλις μιλάει για μουσική, ζωντανεύει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store