animer
a
a
a
ni
ni
ni
mer
me
me
aimer

Ορισμός και σημασία του "animer"στα γαλλικά

animer
01

οδηγώ, ηγούμαι

faire fonctionner, encadrer ou rendre actif un groupe ou une action 
animer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
anime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
animons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
animerai
ενεστώτα μετοχή
animant
παθητική μετοχή
animé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
animions
Παραδείγματα
Il anime une émission de radio chaque matin. 

Παρουσιάζει μια ραδιοφωνική εκπομπή κάθε πρωί.

02

ζωντανεύω, αναζωογονούμαι

se mettre en mouvement, devenir animé ou vivant après un moment de calme 
animer definition and meaning
Παραδείγματα
La rue s'anime dès que les magasins ouvrent. 

Ο δρόμος ζωντανεύει μόλις ανοίγουν τα καταστήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store