Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angoisser
01
αγχώνω, ανησυχώ
provoquer de l'inquiétude ou de la peur chez quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
angoisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
angoissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
angoisserai
παθητική μετοχή
angoissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
angoissions
Παραδείγματα
Cette nouvelle a angoissé toute la famille.
Αυτή η είδηση αγχωσε ολόκληρη την οικογένεια.
02
αγχώνω
ressentir de l'inquiétude ou de la peur
Παραδείγματα
Elle s'angoisse avant chaque examen.
Αυτή αγωνιά πριν από κάθε εξέταση.



























