Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ambulance
01
ασθενοφόρο, όχημα έκτακτης ανάγκης
véhicule équipé pour transporter les malades ou les blessés vers un hôpital
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ambulances
Παραδείγματα
L'ambulance arrive rapidement sur les lieux de l'accident.
Το ασθενοφόρο φτάνει γρήγορα στο σημείο του ατυχήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ambulance
ambul



























