Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ambition
01
φιλοδοξία
désir fort de réussir ou d'atteindre un but élevé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ambitions
Παραδείγματα
Son ambition est de devenir médecin.
Η φιλοδοξία της είναι να γίνει γιατρός.
02
στόχος, σκοπός
but ou objectif que quelqu'un veut atteindre
Παραδείγματα
Son ambition est de voyager dans le monde entier.
Η φιλοδοξία της είναι να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ambition
amb



























