l'ambition
ambition
ɑ̃bisjɔ̃
aabisyaw

Ορισμός και σημασία του "ambition"στα γαλλικά

01

φιλοδοξία

désir fort de réussir ou d'atteindre un but élevé 
l'ambition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ambitions
Παραδείγματα
Son ambition est de devenir médecin. 

Η φιλοδοξία της είναι να γίνει γιατρός.

02

στόχος, σκοπός

but ou objectif que quelqu'un veut atteindre 
l'ambition definition and meaning
Παραδείγματα
Son ambition est de voyager dans le monde entier. 

Η φιλοδοξία της είναι να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store