Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'amateur
01
ερασιτέχνης, λάτρης
personne qui aime beaucoup quelque chose (comme l'art , la musique, le sport…) sans être forcément un professionnel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amateurs
Παραδείγματα
C'est un amateur de musique classique.
Είναι ερασιτέχνης της κλασικής μουσικής.
02
ερασιτέχνης, ερασιτεχνικός
personne qui pratique une activité sans en faire son métier, souvent avec peu d'expérience
Παραδείγματα
Ce concours est réservé aux amateurs.
Αυτός ο διαγωνισμός είναι αποκλειστικά για ερασιτέχνες.
amateur
01
ερασιτεχνικός, μη επαγγελματικός
qui fait quelque chose sans être professionnel, souvent au début
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus amateur
συγκριτικός βαθμός
plus amateur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amateur
αρσενικό πληθυντικό
amateurs
θηλυκό ενικό
amatrice
θηλυκό πληθυντικό
amatrices
Παραδείγματα
C'est un joueur amateur de tennis.
Είναι ένας ερασιτέχνης παίκτης τένις.



























