allumer
a
a
a
llu
ly
ly
mer
me
me
allumeur

Ορισμός και σημασία του "allumer"στα γαλλικά

allumer
01

ανάβω

mettre en marche un appareil électrique ou électronique 
allumer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
allume
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allumons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
allumerai
ενεστώτα μετοχή
allumant
παθητική μετοχή
allumé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
allumions
Παραδείγματα
Allume la lumière en entrant dans la pièce. 

Άναψε το φως όταν μπαίνεις στο δωμάτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store