Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allumer
01
ανάβω
mettre en marche un appareil électrique ou électronique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
allume
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allumons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
allumerai
ενεστώτα μετοχή
allumant
παθητική μετοχή
allumé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
allumions
Παραδείγματα
Elle allume toujours son portable dès le réveil.
Αυτή πάντα ανάβει το κινητό της τηλέφωνο μόλις ξυπνήσει.



























