allumer
Pronunciation
/alyme/

Ορισμός και σημασία του "allumer"στα γαλλικά

allumer
01

ανάβω

mettre en marche un appareil électrique ou électronique
allumer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
allume
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allumons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
allumerai
ενεστώτα μετοχή
allumant
παθητική μετοχή
allumé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
allumions
Παραδείγματα
Elle allume toujours son portable dès le réveil.
Αυτή πάντα ανάβει το κινητό της τηλέφωνο μόλις ξυπνήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store