Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allier
01
συμμαχώ, ενώνω
unir ou associer des personnes, des groupes ou des pays pour un but commun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
allie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
allierai
παθητική μετοχή
allié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
alliions
Παραδείγματα
Le roi a allié son royaume à celui du voisin.
Ο βασιλιάς συνέταξε το βασίλειό του με αυτό του γείτονα.
02
συμμαχώ, ενώνομαι σε συμμαχία
s'unir avec quelqu'un ou un groupe pour un but commun
Παραδείγματα
Le royaume s'est allié avec ses voisins pour se défendre.
Το βασίλειο συμμάχησε με τους γείτονές του για άμυνα.
03
συνδυάζω, ανακατεύω
combiner ou mélanger des éléments différents pour former un ensemble
Παραδείγματα
Le chef a allié différentes saveurs pour créer un plat unique.
Ο σεφ συνδύασε διαφορετικές γεύσεις για να δημιουργήσει ένα μοναδικό πιάτο.



























