ajusté
a
a
a
ju
ʒy
zhy
sté
ste
ste

Ορισμός και σημασία του "ajusté"στα γαλλικά

01

καλοταιριασμένος, σφιχτός

qui est taillé ou conçu pour s'adapter de près à la forme du corps, serré ou bien ajusté 
ajusté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ajusté
συγκριτικός βαθμός
plus ajusté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ajusté
αρσενικό πληθυντικό
ajustés
θηλυκό ενικό
ajustée
θηλυκό πληθυντικό
ajustées
Παραδείγματα
Le costume est bien ajusté à sa taille. 

Το κοστούμι είναι καλά προσαρμοσμένο στο μέγεθός του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store