Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aisselle
[gender: feminine]
01
μασχάλη, υπόμαχη περιοχή
partie du corps située sous l'articulation de l'épaule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aisselles
Παραδείγματα
L' aisselle doit être lavée régulièrement pour éviter les odeurs.
Η μασχάλη πρέπει να πλένεται τακτικά για να αποφευχθούν οι οσμές.



























