Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'air
01
αέρας, ατμόσφαιρα
mélange gazeux que l'on respire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'air est pur à la campagne.
Ο αέρας είναι καθαρός στην ύπαιθρο.
02
αύρα
mouvement léger de l'atmosphère
Παραδείγματα
Un air frais traverse la fenêtre ouverte.
Ένας αέρας δροσερός διασχίζει το ανοιχτό παράθυρο.
03
εμφάνιση, όψη
expression ou aspect extérieur de quelqu'un ou de quelque chose
Παραδείγματα
Il a un air sérieux aujourd'hui.
Έχει σοβαρή έκφραση σήμερα.
04
μελωδία, σκοπός
mélodie ou suite de notes formant un morceau de musique
Παραδείγματα
L'air de cette chanson est très connu.
Η μελωδία αυτού του τραγουδιού είναι πολύ γνωστή.



























