Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aimer
01
μου αρέσει, αγαπώ
ressentir de l'affection, de l'attirance ou du plaisir pour quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aimerai
ενεστώτα μετοχή
aimant
παθητική μετοχή
aimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aimions
Παραδείγματα
J'aime beaucoup ce film.
Αγαπώ πολύ αυτήν την ταινία.
02
αγαπιούνται, αγαπούν ο ένας τον άλλον
avoir des sentiments d'amour ou d'affection l'un pour l'autre
Παραδείγματα
Ils s'aiment depuis l'enfance.
Αγαπιούνται από την παιδική τους ηλικία.
03
αγαπάω τον εαυτό μου, νιώθω στοργή για τον εαυτό μου
éprouver de l'amour ou de l'affection pour soi-même
Παραδείγματα
Elle apprend à s'aimer tel qu'elle est.
Μαθαίνει να αγαπά τον εαυτό της όπως είναι.



























