Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aimer
01
μου αρέσει, αγαπώ
ressentir de l'affection, de l'attirance ou du plaisir pour quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aimerai
ενεστώτα μετοχή
aimant
παθητική μετοχή
aimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aimions
Παραδείγματα
Ils aiment écouter de la musique le soir.
Αγαπούν να ακούνε μουσική το βράδυ.
02
αγαπιούνται, αγαπούν ο ένας τον άλλον
avoir des sentiments d'amour ou d'affection l'un pour l'autre
Παραδείγματα
Je pense qu' ils ne s' aiment plus.
Νομίζω ότι δεν αγαπιούνται πια.
03
αγαπάω τον εαυτό μου, νιώθω στοργή για τον εαυτό μου
éprouver de l'amour ou de l'affection pour soi-même
Παραδείγματα
Je m' aime enfin après des années de doute.
Τελικά αγαπώ τον εαυτό μου μετά από χρόνια αμφιβολίας.



























