agacer
Pronunciation
/agase/

Ορισμός και σημασία του "agacer"στα γαλλικά

agacer
01

ενοχλώ, εκνευρίζω

provoquer de l'irritation ou de l'ennui chez quelqu'un
agacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
agace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
agaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
agacerai
ενεστώτα μετοχή
agaçant
παθητική μετοχή
agacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
agacions
Παραδείγματα
Il s' agace facilement quand on ne l' écoute pas.
Ενοχλείται εύκολα όταν δεν τον ακούνε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store