agacer
a
a
a
ga
ga
ga
cer
se
se
agacé

Ορισμός και σημασία του "agacer"στα γαλλικά

agacer
01

ενοχλώ, εκνευρίζω

provoquer de l'irritation ou de l'ennui chez quelqu'un 
agacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
agace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
agaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
agacerai
ενεστώτα μετοχή
agaçant
παθητική μετοχή
agacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
agacions
Παραδείγματα
Il aime agacer son frère pour le faire réagir. 

Του αρέσει να ενοχλεί τον αδελφό του για να τον κάνει να αντιδράσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store