Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agacer
01
ενοχλώ, εκνευρίζω
provoquer de l'irritation ou de l'ennui chez quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
agace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
agaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
agacerai
ενεστώτα μετοχή
agaçant
παθητική μετοχή
agacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
agacions
Παραδείγματα
Il s' agace facilement quand on ne l' écoute pas.
Ενοχλείται εύκολα όταν δεν τον ακούνε.



























