Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
africain
01
qui vient d'afrique, qui appartient à l'afrique
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
africains
θηλυκό ενικό
africaine
θηλυκό πληθυντικό
africaines
Παραδείγματα
Il est africain.
L'Africain
[gender: masculine]
01
personne qui habite en afrique ou dont la famille vient d'afrique
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
Παραδείγματα
Les Africains sont plus nombreux dans l' est de Paris.



























