Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affronter
01
αντιμετωπίζω, παραβλέπω
regarder en face et supporter une difficulté, un problème ou une épreuve sans fuir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
affronte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
affrontons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
affronterai
ενεστώτα μετοχή
affrontant
παθητική μετοχή
affronté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
affrontions
Παραδείγματα
Il doit affronter ses peurs pour avancer.
Πρέπει να αντιμετωπίσει τους φόβους του για να προχωρήσει.
02
αντιμετωπίζω, αντιτάσσομαι
lutter contre un adversaire, s'opposer à quelqu'un dans un combat ou une compétition
Παραδείγματα
Les manifestants ont affronté la police toute la nuit.
Οι διαδηλωτές αντιμετώπισαν την αστυνομία όλη τη νύχτα.



























