l'affolement
a
a
α
ffole
fɔl
φολ
ment
mã
μã

Ορισμός και σημασία του "affolement"στα γαλλικά

01

πανικός, αναστάτωση

état de panique ou de grande agitation causé par la peur 
l'affolement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'affolement de la foule a provoqué un chaos total. 

Ο πανικός του πλήθους προκάλεσε πλήρη χάος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store