l'affolement
Pronunciation
/afɔlmˈɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "affolement"στα γαλλικά

01

πανικός, αναστάτωση

état de panique ou de grande agitation causé par la peur
l'affolement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' affolement général a fait perdre tout contrôle à l' équipe.
Ο γενικός πανικός έκανε την ομάδα να χάσει κάθε έλεγχο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store