Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'affolement
[gender: masculine]
01
πανικός, αναστάτωση
état de panique ou de grande agitation causé par la peur
Παραδείγματα
L' affolement général a fait perdre tout contrôle à l' équipe.
Ο γενικός πανικός έκανε την ομάδα να χάσει κάθε έλεγχο.



























