adorable
adorable
adɔʁabl
adawrabl
admirable

Ορισμός και σημασία του "adorable"στα γαλλικά

01

αξιολάτρευτος, γοητευτικός

qui suscite l'affection, agréable à regarder ou à fréquenter 
adorable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus adorable
συγκριτικός βαθμός
plus adorable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adorable
αρσενικό πληθυντικό
adorables
θηλυκό ενικό
adorable
θηλυκό πληθυντικό
adorables
Παραδείγματα
C'est un bébé adorable. 

Είναι ένα αξιολάτρευτο μωρό.

Λεξικό Δέντρο

adorable
adore
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store