l'adhésif

Ορισμός και σημασία του "adhésif"στα γαλλικά

L'adhésif
[gender: masculine]
01

κολλητική ουσία, κόλλα

substance qui sert à coller ou fixer des objets ensemble
l'adhésif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
adhésifs
Παραδείγματα
Les étiquettes adhésives sont faciles à décoller.
Οι κολλητικές ετικέτες αποκολλώνται εύκολα.
01

κολλώδης, προσκολλητικός

qui possède la propriété de coller ou de fixer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus adhésif
συγκριτικός βαθμός
plus adhésif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adhésif
αρσενικό πληθυντικό
adhésifs
θηλυκό ενικό
adhésive
θηλυκό πληθυντικό
adhésives
Παραδείγματα
Les films adhésifs servent à décorer les vitres.
Οι κολλητικές μεμβράνες χρησιμοποιούνται για τη διακόσμηση των τζαμιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store