Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adhérer
01
εντάσσομαι, εγγράφομαι
s'inscrire volontairement pour faire partie officiellement d'un groupe ou d'une structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
adhère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
adhérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
adhérerai
ενεστώτα μετοχή
adhérant
παθητική μετοχή
adhéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
adhérions
Παραδείγματα
Il a adhéré à une association humanitaire.
Αυτός προσχώρησε σε μια ανθρωπιστική ένωση.
02
συμφωνώ, υποστηρίζω
partager, accepter ou soutenir une opinion, une proposition ou une idée
Παραδείγματα
Je n'adhère pas à cette théorie.
Δεν συμφωνώ με αυτή τη θεωρία.



























