Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accent
01
προφορά, τόνος
manière particulière de prononcer les mots ou signe graphique placé sur certaines lettres
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accents
Παραδείγματα
Elle a un accent français très prononcé.
Έχει έναν πολύ έντονο γαλλικό προφορά.
02
έμφαση, επίταση
mise en relief ou insistance sur une idée, un mot ou un trait particulier
Παραδείγματα
Il met l'accent sur la qualité du produit.
Βάζει την έμφαση στην ποιότητα του προϊόντος.



























