Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sumir
01
βυθίζω, καταδύω
meter o hundir algo en un lugar de forma profunda o repentina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sume
ενεστώτα μετοχή
sumiendo
απλός αόριστος
sumió
παθητική μετοχή
sumido
Παραδείγματα
El barco se sumió en el agua.
Το πλοίο βυθίστηκε στο νερό.



























