sumir
Pronunciation
/sumˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "sumir"στα ισπανικά

01

βυθίζω, καταδύω

meter o hundir algo en un lugar de forma profunda o repentina 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sume
ενεστώτα μετοχή
sumiendo
απλός αόριστος
sumió
παθητική μετοχή
sumido
Παραδείγματα
El barco se sumió en el agua. 

Το πλοίο βυθίστηκε στο νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store