Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suministrar
01
παρέχω, εφοδιάζω
proveer o dar lo necesario a alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suministro
γ΄ ενικό πρόσωπο
suministra
ενεστώτα μετοχή
suministrando
απλός αόριστος
suministré
παθητική μετοχή
suministrado
Παραδείγματα
La empresa suministra agua potable a la ciudad.
Η εταιρεία παρέχει πόσιμο νερό στην πόλη.



























