Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El suministro
01
προμήθεια, εφοδιασμός
provisión o entrega de bienes, recursos o servicios necesarios
Παραδείγματα
Se organizó el suministro de alimentos.
Η προμήθεια τροφίμων οργανώθηκε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προμήθεια, εφοδιασμός