Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reluciente
01
λαμπερός
que brilla intensamente por estar limpio o pulido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más reluciente
συγκριτικός βαθμός
más reluciente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
reluciente
αρσενικό πληθυντικό
relucientes
θηλυκό ενικό
reluciente
θηλυκό πληθυντικό
relucientes
Παραδείγματα
Sus zapatos estaban relucientes.
Τα παπούτσια του ήταν λαμπερά.



























