Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rematar
01
χτυπώ, σουτάρω
golpear fuertemente el balón hacia el suelo o la portería
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
remato
γ΄ ενικό πρόσωπο
remata
ενεστώτα μετοχή
rematando
απλός αόριστος
remató
παθητική μετοχή
rematado
Παραδείγματα
Le dio un pase corto para que rematara.
Του έδωσε μια σύντομη πάσα για να σουτάρει.



























