rematar
re
re
re
ma
ma
ma
tar
ˈtaɾ
tar
remarrelatar

Ορισμός και σημασία του "rematar"στα ισπανικά

rematar
01

χτυπώ, σουτάρω

golpear fuertemente el balón hacia el suelo o la portería 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
remato
γ΄ ενικό πρόσωπο
remata
ενεστώτα μετοχή
rematando
απλός αόριστος
remató
παθητική μετοχή
rematado
Παραδείγματα
El delantero remató desde el borde del área. 

Ο επιθετικός έριξε από την άκρη της περιοχής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store