remar
re
re
re
mar
ˈmaɾ
mar
regarrezarrimarrematar

Ορισμός και σημασία του "remar"στα ισπανικά

01

κωπηλατώ

impulsar una embarcación moviendo los remos en el agua 
remar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
remo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rema
ενεστώτα μετοχή
remando
απλός αόριστος
remó
παθητική μετοχή
remado
Παραδείγματα
Aprendió a remar en el lago. 

Έμαθε να κωπηλατεί στη λίμνη.

Λεξικό Δέντρο

remar
mar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store