Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El decibelio
01
ντεσιμπέλ
unidad que mide la intensidad del sonido
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
decibelios
Παραδείγματα
La maquinaria produce muchos decibelios.



























