Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amainar
01
εξασθενώ, κοπάζω
disminuir en intensidad, especialmente el viento, la lluvia o el ruido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amaino
γ΄ ενικό πρόσωπο
amaina
ενεστώτα μετοχή
amainando
απλός αόριστος
amainó
παθητική μετοχή
amainado
Παραδείγματα
La tormenta empezó a amainar por la noche.
Η καταιγίδα άρχισε να κοπάζει τη νύχτα.



























