amainar
Pronunciation
/ˌamaɪnˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "amainar"στα ισπανικά

amainar
01

εξασθενώ, κοπάζω

disminuir en intensidad, especialmente el viento, la lluvia o el ruido 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amaino
γ΄ ενικό πρόσωπο
amaina
ενεστώτα μετοχή
amainando
απλός αόριστος
amainó
παθητική μετοχή
amainado
Παραδείγματα
La tormenta empezó a amainar por la noche. 

Η καταιγίδα άρχισε να κοπάζει τη νύχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store