Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amainar
01
εξασθενώ, κοπάζω
disminuir en intensidad, especialmente el viento, la lluvia o el ruido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amaino
γ΄ ενικό πρόσωπο
amaina
ενεστώτα μετοχή
amainando
απλός αόριστος
amainó
παθητική μετοχή
amainado
Παραδείγματα
Esperaron a que amainara la tempestad.
Περίμεναν να κοπάσει η καταιγίδα.



























