Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amamantar
01
θηλάζω, ταΐζω με μητρικό γάλα
dar leche del pecho a un bebé
Παραδείγματα
El pediatra recomendó amamantar exclusivamente por seis meses.
Ο παιδίατρος συνέστησε αποκλειστική θηλασμό για έξι μήνες.



























