amante
a
a
a
man
ˈman
man
te
te
te

Ορισμός και σημασία του "amante"στα ισπανικά

01

αγαπητικός, τσούχτρος

que muestra cariño, afecto o amor hacia alguien
amante definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amante
συγκριτικός βαθμός
más amante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amante
αρσενικό πληθυντικό
amantes
θηλυκό ενικό
amante
θηλυκό πληθυντικό
amantes
Παραδείγματα
Una familia amante crea un hogar feliz.
Μια στοργική οικογένεια δημιουργεί ένα ευτυχισμένο σπίτι.
Amante
[gender: masculine]
01

εραστής, λάτρης

persona que siente gran afición, interés o pasión por algo
amante definition and meaning
Παραδείγματα
Soy amante del senderismo y salgo los fines de semana.
Είμαι λάτρης του πεζοπορικού και βγαίνω τα σαββατοκύριακα.
02

εραστής

persona con la que se mantiene una relación amorosa o romántica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amantes
Παραδείγματα
Cada amante merece respeto y cariño.
Κάθε εραστής αξίζει σεβασμό και στοργή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store