Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amante
01
αγαπητικός, τσούχτρος
que muestra cariño, afecto o amor hacia alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amante
συγκριτικός βαθμός
más amante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amante
αρσενικό πληθυντικό
amantes
θηλυκό ενικό
amante
θηλυκό πληθυντικό
amantes
Παραδείγματα
Es un padre amante y dedicado.
Είναι ένας αγαπητικός και αφοσιωμένος πατέρας.
Amante
01
εραστής, λάτρης
persona que siente gran afición, interés o pasión por algo
Παραδείγματα
Es un amante de la música clásica.
Είναι εραστής της κλασικής μουσικής.
02
εραστής
persona con la que se mantiene una relación amorosa o romántica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amantes
Παραδείγματα
Juan es el amante de María.
Ο Χουάν είναι ο εραστής της Μαρίας.



























