Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
solvente
01
φερέγγυος
persona o entidad que tiene capacidad económica para pagar sus deudas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas solvente
συγκριτικός βαθμός
mas solvente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
solvente
αρσενικό πληθυντικό
solventes
θηλυκό ενικό
solvente
θηλυκό πληθυντικό
solventes
Παραδείγματα
Debe demostrar que es solvente para obtener el crédito.
Πρέπει να αποδείξει ότι είναι φερέγγυος για να λάβει την πίστωση.



























