solvente
Pronunciation
/sɔlβˈɛnte/

Ορισμός και σημασία του "solvente"στα ισπανικά

01

φερέγγυος

persona o entidad que tiene capacidad económica para pagar sus deudas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas solvente
συγκριτικός βαθμός
mas solvente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
solvente
αρσενικό πληθυντικό
solventes
θηλυκό ενικό
solvente
θηλυκό πληθυντικό
solventes
Παραδείγματα
La empresa es solvente y no tiene deudas. 

Η εταιρεία είναι φερέγγυα και δεν έχει χρέη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store