Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sombrear
01
σκιάζω, προσθέτω αποχρώσεις
añadir sombras o gradaciones de color a un dibujo para crear profundidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sombreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sombrea
ενεστώτα μετοχή
sombreando
απλός αόριστος
sombreó
παθητική μετοχή
sombreado
Παραδείγματα
El artista sombrea el rostro para darle volumen.
Ο καλλιτέχνης σκιάζει το πρόσωπο για να του δώσει όγκο.



























