sombrear
somb
ˈsomb
somb
rear
ɾeaɾ
rear
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "sombrear"στα ισπανικά

sombrear
01

σκιάζω, προσθέτω αποχρώσεις

añadir sombras o gradaciones de color a un dibujo para crear profundidad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sombreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sombrea
ενεστώτα μετοχή
sombreando
απλός αόριστος
sombreó
παθητική μετοχή
sombreado
Παραδείγματα
El artista sombrea el rostro para darle volumen. 

Ο καλλιτέχνης σκιάζει το πρόσωπο για να του δώσει όγκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store