Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
solucionar
01
επιλύω
hallar una respuesta o una salida a un problema, duda o dificultad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
soluciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
soluciona
ενεστώτα μετοχή
solucionando
απλός αόριστος
solucionó
παθητική μετοχή
solucionado
Παραδείγματα
Debemos solucionar este problema pronto.
Πρέπει να λύσουμε αυτό το πρόβλημα σύντομα.



























