Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La renta per cápita
01
κατά κεφαλήν εισόδημα
ingreso promedio correspondiente a cada habitante de un país o región
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La renta per cápita aumentó este año.
Το κατά κεφαλήν εισόδημα αυξήθηκε φέτος.



























